μνήμη


μνήμη
память

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "μνήμη" в других словарях:

  • μνήμη — η память; ΦΡ. αιωνία (του/της) η μνήμη! вечная (ему/ей) память! Этим. дргр. < μι μνή σκω «напоминать» < инд. men «думать» (этот корень получил широкое распространение в словах, связанных с духовной деятельностью), сравните с лат. memini… …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • Μνήμη — remembrance fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μνήμη — remembrance fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Μνήμῃ — Μνήμη remembrance fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μνήμῃ — μνήμη remembrance fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μνήμη — Όρος που υποδηλώνει τη χαρακτηριστική ιδιότητα του ανθρώπου και των ζώων να διατηρούν ίχνη (παραστάσεις) των εμπειριών τους. Γι’ αυτό η μ. εμπλέκεται στη διαδικασία της μάθησης. Η δραστηριότητα της μ. εξελίσσεται σε φάσεις που διαδέχονται η μια… …   Dictionary of Greek

  • μνήμη — η 1. ικανότητα του νου να συγκρατεί προηγούμενες εμπειρίες, το μνημονικό: Παρόλο που έκλεισε τα ενενήντα έχει γερή μνήμη. 2. ανάμνηση: Αφιέρωσε το μυθιστόρημα που έγραψε στη μνήμη των γονιών της …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Μνήμη — Mneme (griechisch Μνήμη, „die Erinnerung“) ist eine der drei ursprünglich in der griechischen Mythologie genannten Musen. Sie ist die Muse der Erinnerung. Ihre Schwestern sind Aoide (Muse der Musik) und Melete (Muse der Meditation, Übung und… …   Deutsch Wikipedia

  • μνήμη — [мними] ουσ. Θ. память …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • Μνήμηι — Μνήμῃ , Μνήμη remembrance fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μνήμηι — μνήμῃ , μνήμη remembrance fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)